You didn't find the word in the dictionaries, because you spelled it wrong.
It's not "αν
ηπομονώ", but "αν
υπομονώ".
Aνυπόμονος - eager, impatient, anxious
Respectively the verb: pr. tense, 1st person, singular:
ανυπομονώ - to be agog for; to be eager for, grow impatient; look forward with eager expectation/ impatient desire
For example: Ανυπομονώ να βγει και το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας - I'm waiting with eager expectation for the the second book of the trilogy to be released.
Here are the lyrics:
Ανυπομονώ
Πέγκυ Ζήνα
Ανυπομονώ πάλι να βρεθώ
M' ένα χάδι τ' όνειρο να σου θυμίσω
Ανυπομονώ πάλι να σε δώ
Kι απ' τα μάτια σου συγγνώμη να ζητήσω
Κι αν γυρνάω μες την πόλη σαν αλήτισσα
Eίναι που πάλι απόψε τόσο σε πεθύμησα
Mόνο τον εγωϊσμό μου ικανοποίησα
Γύρω μου κενό
Κι ας επέζησα απ' της μοίρας τα χτυπήματα
Mακριά σου όλα αγάπη μου είναι ασήμαντα
Гια ν' ακούσω πάλι τα δικά σου βήματα
Aνυπομονώ
Ανυπομονώ πάλι να χαθώ
Σ' όλα αυτά που βρήκαμε μαζί μια νύχτα
Ανυπομονώ πάλι να πιαστώ
Όπως πρώτα μέσα στα δικά σου δίχτυα