Here you are
Κάνε κουράγιο Άννα--Γιώργος Νταλάρας
Κάνε κουράγιο, Άννα.
Πάλεψε τα χρόνια.
Άννα μου, με τις αλλιώτικες συνήθειες,
τις αλλιώτικες κινήσεις.
Είχες πολύ καλούς τρόπους.
Φαινόταν ότι ήσουν από άλλο κόσμο.
Όμως, εσύ έκανες ό,τι μπορούσες
για να μην το δείχνεις.
Δεν περιφρονούσες τη φτώχεια
αλλά ούτε σε γοήτευε ιδιαίτερα.
Όλα σε σένα ήταν διαφορετικά.
Το δωμάτιο σου με τα σπάνια αντικείμενα,
τα γράμματα, τα δώρα σου...
Σίγουρα, είχες καλύτερο γούστο από μένα!
Ερχόσουν και μ' έβρισκες.
Το κρεβάτι μου, το στήθος σου...
Άννα, μικρή πρόστυχη κυρία.
Και κάτω απ' τα παράθυρα βρεγμένος δρόμος,
ο ήχος του τρένου, το σούρουπο.
Και το δωμάτιο μου, Άννα,
κρεμασμένο στον αέρα,
σαν πορτοκάλι.
Κάνε κουράγιο Άννα.
Πού να 'σαι τώρα;
Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να 'σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...
Ξέρεις Άννα εμείς οι δυο
ήταν γραφτό να συναντηθούμε.
Τι να ξέρουν; Πώς μπορούν να ξέρουν οι άλλοι;
Συνομίληκη, μικρή ερωμένη μου.
Θυμάσαι; Εκατομμύρια στιγμές,
στιγμές που όσο πάνε και λιγοστεύουν,
έτσι όπως κάποιοι τις λεηλατούν
μπροστά στα μάτια μας, κάθε μέρα.
Άδικα παλεύω να τις κρατήσω, άδικα.
κυλάνε βουβά και φεύγουν
προς τη μεγάλη θάλασσα.
Πέρασαν τόσα χρόνια.
Δεν φοράω πια το φοιτητικό μου μπουφάν
και δυσκολεύομαι να συνηθίσω
αυτό το καλοραμένο κουστούμι.
Δεν περιφρονώ το χρήμα
αλλά ούτε με γοητεύει ιδιαίτερα.
Μότσαρτ, Ρέκβιεμ, Agnus Dei, Yesterday.
Απόψε θα 'ρθω στο πρώτο σου όνειρο.
Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις.
Πες ψέματα στον άντρα σου.
Σκίσε την πρόσκληση, ακύρωσε το δείπνο.
Ακούμπησε με, όπως τότε, με το γόνατό σου
κάτω από το τραπέζι.
Απόψε, Άννα.
Στο καλύτερο ξενοδοχείο.
Απόψε.
Στο πρώτο σου όνειρο.
Κάνε κουράγιο Άννα.
Πού να 'σαι τώρα;
Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να 'σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...
Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις.
Γιατί δε θα 'χω πια κανέναν και τίποτα
να με κρατήσει νέο.
Μόνος μου επιμένω ακόμα εδώ,
παρόλο που άρχισε πάλι να βρέχει,
έτσι όπως βρέχει πάντα στα νησιά
Οκτώβρη μήνα.
Θυμάσαι;
Θάλασσα από μολύβι και ουρανός από πεύκα.
Απόμακρες, ανάκατες φωνές.
Η φωνή της μητέρας, του φίλου, της κόρης,
του αδελφού, της ερωμένης,
της σειρήνας του πλοίου.
Ρούχα λευκά, βιαστικά μαζεμένα,
λίγο πριν τη βροχή.
Μαζί τους χάθηκε και το φως.
Ένας σύντομος περίπατος,
ακόμα...εκεί.Δίπλα στη θάλασσα.
Κι ύστερα...τέλος, τέλος.
Κάνε κουράγιο, Άννα.
Πού να 'σαι τώρα;
Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να 'σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...
Κάνε κουράγιο Άννα...
Στην αλάνα--Γιώργος Νταλάρας
Σ' έστησαν σε μια γωνιά κι ήσουνα νέο παλικάρι
σ' έστησαν σε μια γωνιά κι ήτανε τέσσερις φαντάροι
σ' έστησαν σε μια γωνιά και σημαδεύαν την καρδιά σου
σ' έστησαν σε μια γωνιά κι ήταν πρωί και παγωνιά
Σε καρτερούσε η ζωή και μια παραδουλεύτρα μάνα
κι έγινες κείνο το πρωί κόκκινο κρίνο στην αλάνα
Σ' έστησαν σε μια γωνιά κι έκλαιγε η μοίρα σου παρέκει
σ' έστησαν σε μια γωνιά κι είχε κι ο χάροντας τουφέκι
σ' έστησαν σε μια γωνιά και τους κοιτούσες και γελούσες
σ' έστησαν σε μια γωνιά κι ήταν πρωί και παγωνιά
Σε καρτερούσε η ζωή και μια παραδουλεύτρα μάνα
κι έγινες κείνο το πρωί κόκκινο κρίνο στην αλάνα
Απόψε λείπεις από 'δω -- Άννα Βίσση
Απόψε λείπεις από 'δω
κι η μοναξιά με γυροφέρνει,
σκέφτομαι που 'σουνα εδώ
και ύπνος τώρα δε με παίρνει.
Θυμάμαι τις καλές στιγμές
που 'σουνα πλάι μου κοντά μου,
θυμάμαι όμως και να λες
πως δε χτυπά πια η καρδιά μου.
Απόψε λείπεις από 'δω
κι εγώ μονάχη μου μιλάω,
να καταλάβω δεν μπορώ
γιατί ακόμα σε ζητάω.
Απόψε λείπεις από 'δω,
κάπου αλλού ίσως και να 'σαι.
Μονάχα ένα θα σου πω:
θα μετανιώσεις, να θυμάσαι.
Απόψε λείπεις από 'δω.
Απόψε λείπεις από 'δω
και το μυαλό με παρασέρνει
μες στο δικό σου ωκεανό,
εσύ το κύμα που με δέρνει.
Θυμάμαι χρόνια πιο παλιά,
βράδια του έρωτα δικά μας,
θυμάμαι όμως τη φωτιά
που άναψες στα όνειρά μας.
Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα--Φίλιππος Πλιάτσικας
Πρώτη φορά που την είδα, στεκότανε,
τη νύχτα εκείνη που η Ρώμη καιγότανε,
χιλιάδες χρόνια φωτιά και μηνύματα,
μα δεν ξεχνώ του κορμιού της τα κύματα.
Την είδα πάλι στις όχθες του Βόλγα,
που ένας στρατιώτης τη φώναξε Όλγα,
κάτι ψιθύρισε μέσα στο κρύο,
τότε μου 'χε φανεί τόσο αστείο.
Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.
Κάτι αν μπορούσα στον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.
Στο Πάλος νύχτα τ' όνομά της αφήνει,
γραμμένο κάπου στου Κολόμβου την πρύμνη,
τότε που οι Ισπανοί ξεκινούσαν,
και για μια άγνωστη μοίρα μεθούσαν.
Βρέθηκε κάποια στιγμή στη Γαλλία,
πρώτη του Μάη σε μια άδεια πλατεία,
σε λίγο οι φοιτητές θα ξεσπούσαν,
και μια αλλιώτικη ζωή θα ζητούσαν.
Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.
Κάτι αν μπορούσα στον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.
Σήμερα έχει στα χέρια ένα αγόρι,
πάλι ξεκίνησαν οι Σταυροφόροι,
μα ποιος ακούει και ποιος ενδιαφέρεται,
για ένα κόσμο που βράζει και φλέγεται.
Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.
Κάτι αν μπορούσα στον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.
and translation (taken from stixoi website)
If I could change the world
First time I saw her, she stood,
during that night when Rome was been embrassed by flames,
thousands of years (with) fire and messages,
though, I cannot forget the waves of her body.
There I saw her again at the banks of Volga,
where a soldier called her Olga,
(then) she whispered something in the coldness
at that spell of time, it seemed to me so funny.
If I could change the world,
I would turn the sea blue again.
If I could change something in the world,
I would turn the sea blue again.
On Palos her name leaves at night,
written somewhere upon the stern of Colombus,
at that time when the Spaniards were setting sail,
and they were intoxicated with an unknown destiny .
Once she found herself in France,
at the first day of May in an empty square ,
in a while the students would burst out (into protest),
and they would claim a better life.
If I could change the world,
I would turn the sea blue again.
If I could change something in the world,
I would turn the sea blue again.
Today there she is, cruddling a boy,
the Crusadors setted sail again,
but who is to hear or to be interested,
in a world boiling and flaming.
If I could change the world,
I would turn the sea blue again.
If I could change something in the world,
I would turn the sea blue again.